Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η αποπλάνηση

Τελειώνει η ταινία της Σοφία Κόπολα "Η Αποπλάνηση" (The Beguiled) και δεν είμαι σίγουρη.  Ο τραυματισμένος δεκανέας που εμφανίζεται με το πρόσωπο του Κόλιν Φάρελ αποπλάνησε τις επτά γυναίκες, ή εκείνες τον αποπλανούσαν σταδιακά, μία-μία και τέλος όλες μαζί;

Εξαιρετική, απροσδόκητη, η σύλληψη να εμφανιστούν όλες οι γυναίκες, δηλαδή επτά διαφορετικά πρόσωπα αλλά να είναι τελικά προφανώς μία, μία γυναίκα που ερωτεύεται τον στρατιώτη που έσωσε στο δάσος, τον φροντίζει, του επουλώνει τα τραύματα, τον έχει μέρες και νύχτες κρυμμένο και τον προστατεύει, μέχρι που τον σώζει απο το θάνατο και τον φέρνει πίσω στη ζωή.  Είναι στο μυαλό μου η ίδια γυναίκα που στήνει τελικά την παγίδα για να τον βγάλει από τη μέση, αφού η παραμονή του στο χώρο γίνεται πλέον αδύνατη.  

Αδιέξοδο, ανατροπές, και μια λύση από γυναίκα. Μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία. 

Δεν είναι μόνον η Nicol Kindman που στο ρόλο της μεσήλικης Διευθύντριας ενός μικρού ιδιωτικού παρθεναγωγείου  για την εκπαίδευση μικρών κυριών την εποχή του πολέμου Βόρειων και Νότιων, έχει την υπεροχή.  

Δεν είναι μόνον η Kirsten Dunst που στο ρόλο της Εντουινα, της δασκάλας που πέρασε τα 30, "καλοβλέπει" με αδημονία τον αρσενικό επισκέπτη.  Είναι αυτές, μαζί με τα πέντε κορίτσια, τέσσερις μικρότερες σε ηλικία κι ένα teenager , ένα εικοσάχρονο αθώο και προκλητικό ταυτόχρονα για τον διψασμένο στρατιώτη, που συνειδητοποιεί ότι εάν φύγει από αυτό το καταφύγιο όπου βρέθηκε θα τον σκοτώσουν, θα χαθεί.  Χρησιμοποιεί λοιπόν όλα τα μέσα. Αθωότητα εκεί που χρειάζεται.  Πρόκληση αλλού, φιλία κι ευγένεια, και γενικώς τα πάντα...


Το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει το 1966 από τον Thomas Cullinan και η πρώτη κινηματογραφική του εκδοχή ενσαρκώθηκε από τον Clint Eastwood ο οποίος ήταν στο κέντρο της αφήγησης.  Αυτό είναι κάτι που ανατράπηκε από τη Σοφία Κόπολα που προτίμησε να πει την ιστορία απο την πλευρά των γυναικών.  


Η δυναμική της εξουσίας από το ανδρικό φύλο στη γυναίκα δεν είναι ένα θέμα που εξαντλείται σε ένα βιβλίο, σε μια ταινία, ή σε μια εποχή. Υπάρχει πάντα ένα μυστήριο ανάμεσα στις σχέσεις των δύο φύλων και αυτό το μυστήριο θέλησε να εξερευνήσει η Σοφία Κόπολα κάνοντας τη διασκευή του σεναρίου από την πλευρά της γυναίκας.Βάζει επιπλέον κι ένα στοιχείο θρίλερ και απογειώνει τη δυναμική της ομάδας των γυναικών, κάνοντας έτσι να διαφανούν στοιχεία που βρίσκονται καλά κρυμμένα στον γυναικείο ψυχισμό και πάντα προσμένουν την "κατάλληλη" πρόκληση για να εξωτερικευθούν.  

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

"Αντιγόνη-Η αληθινή ιστορία"

Με μια κίνηση σαν από μαγική μπαγκέτα, είδαμε φέτος την Αντιγόνη να φεύγει από το μύθο της, να επιλέγει να μην αυτοκτονήσει τελικά εκεί που την φυλάκισε ο Κρέοντας, να αποφασίζει να εγκαταλείψει τον κόσμο των ηρώων, για να ζήσει κάτι γήινο. Κάτι μεγαλειώδες ανά τους αιώνες. Κάτι μοναδικό γι αυτήν, και ταυτόχρονα κοινό για όλους εμάς τους άλλους. Η Αντιγόνη επέλεξε να ερωτευθεί και να αγαπηθεί.

Την μπαγκέτα κρατούσε  η σκηνοθέτις Βάνα Πεφάνη που έκανε πράξη στο υπόγειο του Ιδρύματος Κακογιάννη, το απολαυστικό κείμενο της Χρύσας Ξουράφα, ένα κείμενο  που εμπεριέχει το όνειρο, τη ζωή και εν τέλει την ανατροπή, όπως αυτή κυριαρχεί στους κόσμους των θνητών και των ηρώων. Η παράσταση είχε έναν αέρα παιχνιδιάρικο, νεανικό, αέρα που πνέει κόντρα σε κάθε λογής εξουσία. 

Το κείμενο που είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο βασίζεται στη συνθήκη της φυγής προς την ελευθερία, στην ίδια συνθήκη που χρησιμοποιήθηκε για την Αλίκη που πέρασε στον κόσμο των θαυμάτων, ή άλλων ηρώων που ειδικά στην εποχή που διανύουμε, αρέσκονται να μετακινούνται για να ζουν τις ζωές που ζήλεψαν.  Το κείμενο είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, κάτι που κάτι δυνατό το ρυθμό στην παράσταση, και είναι προσεκτικά γραμμένο και με σεβασμό προς τις νόρμες της τραγωδίας, από την οποία η ηρωίδα το έσκασε.

Η Αντιγόνη καταφθάνει στον κόσμο των θνητών για να ζήσει τον έρωτά της με τον άνθρωπό της, τον Αίμονα.  Ενώ έχουν τις αντιρρήσεις τους, τελικά την ακολουθούν με περιέργεια και αγωνία, ο Οιδίποδας, η Ισμήνη και η Μήδεια, σαν ηρωίδα που έχει ζήσει στο έπακρο την άλλη πλευρά της αγάπης.  Η περιπέτεια και το παραμύθι που ακολουθεί τα έχει όλα.  Χιούμορ, θλίψη, τρυφερότητα, μηνύματα για τον έρωτα, το καλό και το κακό, τη λήθη και τη μνημοσύνη, τα λάθη και τα σωστά των ανθρώπων στο σήμερα και το χθες.


Η διανομή των ρόλων ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη.  Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τα πρόσωπα της παράστασης στο πετσί άλλων ηθοποιών.  Εξαιρετικά επιβλητική η παρουσία και η φωνή της Ντέπυς Πάγκα στο ρόλο της Μήδειας, που νουθετούσε συνεχώς από κοντά τη μικρή και άπειρη Αντιγόνη, στην αναζήτησή της. Σοβαρός και αστείος ταυτόχρονα ως Οιδίποδας ο Γιώργος Χουλιάρας.  Τί να πεις για το ρυθμό και την υστερική περσόνα της Ισμήνης που ενσαρκώνει η χαρισματική Νικολίνα Μουαίμη? Υπέροχη η παρουσία της  Μαρίας Δαμασιώτη (Αντιγόνη)  και του Αντώνη Καραθανασόπουλου (Αίμονα) που με τη δύναμη της νεαρής ηλικίας ζούν τα πάνω και τα κάτω του έρωτα, το ψέμα, τους εγωισμούς αλλά και το πάθος.  Το σύγχρονο ζευγάρι της ιστορίας η Δήμητρα Σύρου και ο Χρήστος Χριστόπουλος μοιάζουν με ένα οποιοδήποτε ζευγάρι του σήμερα, που επισκέπτεται ένα μουσείο. Είναι αυτοί που αφήνοντας ένα πορτοκάλι δίπλα στην Αντιγόνη δίνουν το σήμα για να ξεκινήσει η ... "αληθινή ιστορία".  Τέλος για τον απολαυστικό -άλλοτε σοφό κι άλλοτε ειρωνικό- Βασίλη Αφεντούλη δεν μπορώ να πω πολλά γιατί τα είχε... όλα! Ως χορός σε μια σύγχρονη  κωμωδία και ταυτόχρονα ως ο συγγραφέας της αρχαίας τραγωδίας  μας εντυπωσίασε!



Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Είναι όμορφη η ζωή, Αδερφέ μου!

Φράσεις απλές που σε χτυπούν με δύναμη.  Λόγος εξουσιαστικός.  Μάλλον ποιητικός παρά μυθιστορηματικός.  Αλλά και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Τί θα έπρεπε να περιμένει ο αναγνώστης;  Πρόκειται για το βίωμα του ποιητή.  Το βίωμα που έγινε υλικό για μυθιστορία αφού εμπλουτίσθηκε ισότιμα με δυο αντιφατικά στοιχεία, με ρομαντισμό και ρεαλισμό.

"Είναι όμορφη η ζωή, Αδερφέ μου" λέει στον τίτλο ο Ναζιμ Χικμέτ και το βροντοφωνάζει μέσα στο έργο του , παρά το γεγονός ότι περιγράφει τη σκληρή πλευρά της ζωής. 
Κάποιες φράσεις επαναλαμβάνονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ή όπως συμβαίνει στο βιβλίο, από γραμμή σε γραμμή, προδίδοντας την ποιητική καταγωγή του δημιουργού.  Οι ήρωες του μετράνε το χρόνο τους σε γραμμές, είτε για να βλέπουν πόσο ακόμα απομένει για να τελειώσει η κόλαση, είτε για να κοιτάζουν πίσω για να δουν πόσο μεγάλο ή μικρό μέρος της, πέρασε.  Έτσι οι γραμμές γίνονται στίχοι και οι στίχοι γραμμές.

Έτσι ο ποιητής -εδώ μυθιστοριογράφος αλλά πάντα ποιητής- σχολιάζει τα πάντα. Βαθιά πολιτικοποιημένος μιλάει για πολιτική, για τη ζωή, για την τέχνη, για την Ιστορία, για το κράτος, για όλα.  Το γεγονός ότι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Μόσχα τον κατατρέχει παντού.  Εκεί ανδρώθηκε και σπούδασε, εκεί επέστρεψε για να ηρεμήσει μετά τις περιπέτειες. Στη ζωή του μπήκε η τρικυμία όταν επέστρεψε στην Τουρκία το 1924.  Οι πολιτικές του πεποιθήσεις ήταν η αιτία να συλληφθεί, να φυλακισθεί και τελικά να εξορισθεί απο το καθεστώς που έδειχνε το πιο σκληρό του πρόσωπο. 

Στο κείμενο αυτό ο Ναζίμ Χικμέτ παίζει με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, θέλει ωστόσο να πείσει τον αναγνώστη του ότι ούτε ο θάνατος τελικά δεν είναι θεοσκότεινος, δεν είναι οδύνη.  Αναρωτιέται για το τί είναι ωραίο στον κόσμο, τί είναι το δίκιο και το άδικο, η πείνα, ή η τυραννία.

Κι όμως μόνος του με τις λέξεις που έρχονται αιφνιδιαστικά κατά πάνω σου, αναθεωρεί και επιμένει ότι "Είναι όμορφη η ζωή αδελφέ μου".  Το σκοτάδι είναι παντού απλωμένο στις σελίδες του μοναδικού αυτού μυθιστορηματικού αφηγήματος του Χικμέτ.... Όμως όση ζωή κι αν απομένει πάντα λίγη φαίνεται στην ποιητή.  Δεν είναι ποτέ αρκετή γιατί είναι ωραία.


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Πέτρα μαύρη και σκληρή όπως η Ιστορία

Διαλεγμένες οι λέξεις του.  Όπως πρώτα - πρώτα η λέξη του τίτλου.  Ουρανόπετρα.

Αιώνες πριν από την ιστορία της αφήγησης ο Γερόλεμος κόβει στα τέσσερα το φυλαχτό που του έσωσε τη ζωή , χαράζει σημάδια σε κάθε κομμάτι και τα μοιράζει στους τέσσερις γιους του που χάνονται μεταξύ τους.  Από το 1571 που έγινε αυτό, στα χρόνια της Ενετοκρατούμενης Κύπρου, ως και δώδεκα γενιές αργότερα, ένας απόγονός του, με  βαθιά πεποίθηση μέσα του ότι "όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος"  μας οδηγεί σε ένα ταξίδι στην Κύπρο την πολύπαθη και στα γεγονότα των εποχών που πέρασαν.

Σαν σύγχρονος Οδυσσέας, ο Αδάμος αγωνίζεται να βρει το δρόμο του, και μέσα από αυτό διανύει την ιστορία του νησιού, από τα χέρια των Ενετών, στα χέρια των Τούρκων. Περιδιαβαίνει σε Κύπρο, Αθήνα, Θεσσαλία, Ήπειρο, περιγράφει δυνατούς έρωτες, προδοσίες, πολιτικά γεγονότα, αναπάντεχες ανατροπές, κυνηγάει το δίκιο και τ' άδικο και σκιαγραφεί τα συναισθήματα του ελληνισμού που βρέθηκε στις γεωγραφικές εσχατιές της πατρίδας. 

Στην προσπάθειά του να βρει το χαμένο του θησαυρό ο πρωταγωνιστής διατρέχει τα χρόνια της Τουρκοκρατίας , αλλά και το πέρασμα της Κύπρου στον έλεγχο των Βρετανών (1858), μα δεν διαφεύγει από τον συγγραφέα να περιγράψει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά εξελίχθηκαν, όπως τα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τις μάχες στο Μπιζάνι το 1913 καθώς και την αναταραχή στην Ελλάδα.

Ας μην πάει ο νους σας σε θησαυρός περίτεχνους και χρυσοποίκιλτους.  Το φυλαχτό που διασκορπίστηκε με τα χρόνια, δεν ήταν από χρυσάφι.  Είναι από πέτρα, μαύρη και σκληρή, όπως και η ιστορία και η πορεία του ελληνισμού μέσα από τα χρόνια.  Τα κομμάτια του σκορπίστηκαν στην Ιστορία, και μάλιστα στους διαφορετικούς παράγοντες που την έγραψαν, μα τελικά, κάποιος Οδυσσέας βρίσκεται - εδώ είναι ο πρωταγωνιστής μας ο πολύπαθος Αδάμος- που προσπαθεί να τα ανακαλύψει και να ανασυνθέσει πάλι το φυλαχτό του, όπως και το παρελθόν της οικογένειάς του.  Να ανασυσταθεί, έτσι ώστε να μη λησμονηθεί η ιστορία, να βρεθεί η ρίζα, να σιγουρευτεί ότι το στήριγμα υπάρχει, έστω κι αν αυτό είναι βαθιά ριζωμένο στις έριδες, τις αδικίες και τα δίκια του παρελθόντος. 

Ποίηση και Ιστορία πάνε μαζί σε τούτο το πόνημα.  Από τον καιρό που οι Ενετοί είχαν κλείσει τα ελληνικά σχολεία και οι ορθόδοξοι μητροπολίτες είχαν τεθεί στο περιθώριο το 1570, τότε που ο οθωμανικός στόλος αγκυροβόλησε στο Λάρνακα κι έχασε ο Γερόλεμος την οικογένειά του, ως το 1878 που οι Οθωμανοί έδωσαν την κυριαρχία της Κύπρου στους Άγγλους, δώδεκα γενιές αργότερα,  η Ιστορία βρίσκει τον Αδάμο όπως και ολόκληρη της κοινωνία γονατισμένη απο τους βαρείς φόρους που είχαν επιβάλει οι Οθωμανοί και διατήρησαν οι Εγγλέζοι.  Ο αψύς χαρακτήρας του Αδάμου που αναγκάστηκε στα δεκαέξι του να φύγει από την πατρική εστία, δεν άντεχε τον δύστροπο χαρακτήρα των αφεντικών και αυτό ορίζει και την πορεία του...

Δεν γνωρίζω τον Γ.Καλπούζο προσωπικά και διάβασα την Ουρανόπετρα κάπως καθυστερημένα. Έχει κυκλοφορήσει εδώ και τέσσερα χρόνια.  Δεν έχει σημασία ωστόσο. Πρόκειται για έργο κλασσικό.





Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

απο το αγαπημένο Fractal


Διήγημα Fractal: «Μοναξιά»


Tης Μαίρης Σάββα // *




Στο ίδιο παγκάκι καθόταν κάθε απόγευμα, πάνω κάτω την ίδια ώρα. Ήταν η ώρα της ημέρας που την μεταμόρφωνε, από μοναχική μεσήλικα, σε χαρούμενο μικρό παιδί. Ούτε τις κρύες μέρες του χειμώνα δεν το έβαζε κάτω. Φορούσε σκουφί και κασκόλ, κούμπωνε όλα τα κουμπιά μέχρι το λαιμό στο πανωφόρι της, και περπατούσε ως το παγκάκι της. Παρατηρούσε τους περαστικούς, χαιρετούσε με ευγένεια όσους της έκαναν την τιμή να της ρίξουν μια ματιά. Απέναντι στους κυρίους ήταν σοβαρή, κατέβαζε το βλέμμα στη γη. Στα παιδιά χαμογελούσε και γινόταν φιλική.
Ήταν η στιγμή, εκείνη η μαγική στιγμούλα του εικοσιτετραώρου που δεν αισθανόταν μόνη. Έλεγε μια λέξη παραπάνω απ όσες μπορούσε να ξεστομίσει όλο το υπόλοιπο της μέρας. Χαμογελούσε γιατί είχε λόγο να χαμογελά. Έβλεπε ανθρώπους γύρω της.
Η καθημερινότητά της ήταν στερημένη από πρόσωπα και εικόνες. Στο σπίτι της βασίλευε σιωπή. Τα μερόνυχτα ήταν ένας απέραντος ωκεανός μοναξιάς, κι εκείνη κολυμπούσε άοκνα σαν το ναυαγό που αναζητούσε στεριά. Κολυμπούσε, κολυμπούσε, μα η ελπίδα της δεν στέρευε. Μόνο όταν κουραζόταν πολύ, τις στιγμές που οι σκέψεις την έπαιρναν και την χτυπούσαν αλύπητα, τότε μόνον, αναλογιζόταν. Κι έρχονταν τότε -στις στιγμές της ανελέητης μοναξιάς- στα χείλη της μερικές λέξεις που έκρυβαν την προσωπική της οδύνη.
Λέξεις που την έβαζαν να αναμετρηθεί με το προσωπικό της αδιέξοδο. Λέξεις που εκτοξεύονταν σαν από σφεντόνα κι έρχονταν επιθετικά να σκίσουν το κρανίο της στα δύο, να το τραυματίσουν βαριά αλλά όχι θανάσιμα… Όχι θανάσιμα, έτσι ώστε να της δώσουν ξανά μετά την ευκαιρία να σκεφτεί, να ξανασκεφτεί, να κλάψει, να λυπηθεί κι εκεί μέσα στον οδυρμό της να ζητήσει εξιλέωση για όλα τα λάθη της ζωής της.
Έτσι κάνουν οι λέξεις όταν μεγαλώνεις. Άλλοτε καλοβολεύουν το χρόνο καλοπιάνοντάς τον με κόλπα πονηρά κι άλλοτε τον ξεμπροστιάζουν γιατί φεύγει ανεπιστρεπτί. Κι εκείνος κάθεται εκεί απέναντι. Σε κοιτά και λοιδορεί τις ρωγμές σου, τις απώλειες και τις συνεχείς ταλαντεύσεις ανάμεσα στην τρέλα της νιότης και στο γήρας που πλησιάζει ακάθεκτο.
Δεν μπορούσε να διακρίνει, δεν ήξερε να απαντήσει εάν αυτή η μεσήλικη μοναξιά της χάριζε κάποιες στιγμές ευτυχίας ή όχι. Από τότε που την είχε εγκαταλείψει εκείνος, η ζωή της έγινε ένας καθημερινός αγώνας. Θυμάται το απροσδόκητο φευγιό του, τη θλίψη της, κι ύστερα τις δυνάμεις που ανακάλυψε που είχε μέσα της. Παρά τις δυσκολίες έμαθε να πορεύεται μόνη, δούλεψε σε διάφορες δουλειές, μεγάλωσε τα παιδιά της κι εκείνα τώρα ακολουθούν το δικό τους δρόμο.
«Είσαι ανεξάρτητη, δεν σε φοβάμαι εσένα» της έλεγαν οι γύρω της. Μάλλον είχαν δίκιο. Τελικά τα κατάφερε και ήταν ευχαριστημένη γι αυτό. Όμως τώρα; Τα παιδιά της ζούσαν πολύ μακριά για να ελπίζει ότι θα περάσουν να της χτυπήσουν την πόρτα. Μιλούσαν καμιά φορά στο τηλέφωνο και μια-δυο φορές το χρόνο της έκαναν επίσκεψη. Η ομορφιά και τα νιάτα της είχαν κάπου κρυφτεί βαθειά κάπου στο παρελθόν. Οι δυο-τρεις φίλες που ανταγωνιζόταν τον δυναμικό χαρακτήρα που είχε στα νιάτα της, είχαν εξαφανισθεί κι αυτές τα τελευταία χρόνια.
Στο διπλανό διαμέρισμα ζούσαν στριμωγμένοι ένα τσούρμο ξένοι που όλοι μέρα έλειπαν και δεν τους συναντούσε ποτέ. Ώρες-ώρες αναλογιζόταν τι μπορεί να πέρασαν όλοι τούτοι για να καταφέρουν να φθάσουν στον διπλανό παράδεισο των τεσσάρων τοίχων.
Ο ζωντοχήρος που ζούσε στον κάτω όροφο πέθανε πέρυσι από εγκεφαλικό. Τα έλεγαν συχνά όταν διασταυρώνονταν στο διάδρομο ή στη σκάλα. Χάθηκε τώρα, κρίμα για τον άνθρωπο αλλά και για την καλημέρα που έμεινε βουβή, χωρίς ήχο. Η ηλικιωμένη που μένει στο ισόγειο βγαίνει σπάνια και δεν έχει όρεξη για κουβέντες. Ο θυρωρός παραιτήθηκε και αναζήτησε την τύχη του σε άλλη γειτονιά γιατί τα χρήματα των ενοίκων δεν έφταναν για να παίρνει κι αυτός κανένα ψίχουλο για τις ώρες που ξεροσταλιάζει στην είσοδο.
Είχε κάνει πολλά λάθη στη ζωή της, μα τούτη εδώ η μοναξιά δεν της άξιζε. Την έδερνε αλύπητα σαν ξεροβόρι. Ένοιωθε ξεχασμένη κι αναρωτιόταν ποια ήταν τελικά η αληθινή ζωή. Αυτή που ζούσε τώρα, ή η προηγούμενη; εκείνη η θεριεμένη ευτυχία της αυτονομίας που ακολούθησε την απρόσμενη εγκατάλειψη, εκείνη η καθημερινότητα η γεμάτη προσφορά, δράση και ανεκτίμητες στιγμές που πέρασαν; Άλλωστε και η εκτίμηση τώρα πλέον, μοιάζει κι αυτή με κάτι περαστικό… Σαν να μην εκτιμάται πια εκείνο το κάτι που παρήλθε…
Σκεφτόταν συχνά κι αναρωτιόταν πού έκανε το λάθος. Όμως πάντα το έλεγε και το πίστευε. Δεν μεγάλωσε τα παιδιά της για να την γηροκομήσουν. Της κακοφαινόταν βέβαια η απουσία τους, αλλά δεν θέλησε ποτέ να παραδεχθεί ότι χρειάζεται δεκανίκι για να συνεχίσει να ζει. Μπορούσε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της με αξιοπρέπεια. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι η αξιοπρεπής μοναξιά της ήταν η καλύτερη παρέα. Η βαθειά της πεποίθηση ότι ήταν μεγάλη πια για έρωτες, ήταν δυναμικά παρούσα στη ζωή της. Όλα οδηγούσαν σε αυτό που τόσα χρόνια είχε μάθει καλά. Στην ψευδαίσθηση της προσωπικής ανεξαρτησίας και της αυτονομίας που όμως τώρα γινόταν τέρας, έτοιμο να την καταπιεί κι ας ήταν κάποτε μια αρχή για την πάλη της επιβίωσης. Θα είχε παλέψει εάν είχε μείνει εντελώς μόνη; Για ποιόν λόγο θα είχε να παλέψει; Και τώρα; Οι σκέψεις αυτές τριγύριζαν στο κεφάλι της.
«Ίσως δεν γεννιόμαστε μόνοι και δεν είμαστε ποτέ μόνοι» ψιθύρισε.
«Πώς είπατε;» μια φωνή δίπλα της στο παγκάκι έκοψε τη σιωπή. Κάποιος σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της, είχε ακούσει τους ψιθύρους της.
«Τίποτε. Συγνώμη δεν είπα κάτι… Απλά σκεφτόμουν» έκανε εκείνη κάπως συνεσταλμένα κι έριξε το βλέμμα στη γη.
«Πάντως εγώ –εάν θέλετε τη γνώμη μου- πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι μόνος από τη στιγμή που γεννιέται, ως το τέλος» της απάντησε χωρίς να την κοιτά, ο κύριος που καθόταν δίπλα της στο παγκάκι. Φορούσε καπέλο και ένα φθαρμένο γκρι παλτό. Μιλούσε με τόνο ευγενικό, αλλά δεν την κοιτούσε. Είχε το βλέμμα του καρφωμένο ίσια απέναντι, στη λεωφόρο.
«Είναι ψέματα. Όταν γεννιέται ένα μωρό τόσοι άνθρωποι βρίσκονται γύρω του. Το βοηθάνε. Περιμένουν να αναπνεύσει, να κλάψει… Αυτό αποδεικνύει ότι δεν γεννιέται μόνος κανείς. Ούτε πορεύεται μόνος. Εγώ έχω γείτονες στο απέναντι διαμέρισμα. Είναι κάποιοι ξένοι που ήρθαν εδώ με ελπίδες για ένα νέο ξεκίνημα. Έχω και μια κυρία στο ισόγειο που έχει προβλήματα και δεν μιλά πολύ. Ποιος ξέρει με τι βασανίζεται. Θα ήθελα ίσως να το συζητήσω μαζί της, να το μοιραστούμε. Είχα κι έναν θυρωρό στην πολυκατοικία, αλλά είχε οικογένεια ο δόλιος και χρειαζόταν μια δουλειά για να θρέψει τα παιδιά του…»
Γύρισε πλάι της. Ο άνδρας με το καπέλο και το γκρι παλτό δεν ήταν πια εκεί. Δεν ήταν πια εκεί γιατί επέλεξε να είναι μόνος.



Η Μαίρη Σάββα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δίκαιο της Ευρώπης. Για αρκετά χρόνια, εργάσθηκε ως Δημοσιογράφος στην Τηλεόραση, το Ραδιόφωνο, σε Περιοδικά κι Εφημερίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έμεινε κάποια χρόνια στο Βέλγιο. Πάντα της άρεσε να διαβάζει, να ακούει, να λέει, ακόμη και να τραγουδάει ιστορίες. Για να καταλαβαίνει τις ιστορίες από το πρωτότυπο, έμαθε να μιλάει και να γράφει στα Γαλλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά. Λατρεύει το θέατρο και τα ταξίδια και γενικά ότι άλλο την πλουτίζει με ιστορίες. Για να μπορεί να τις λέει και να τις γράφει καλύτερα, πήγε σε σχολείο για παραμυθάδες, γιατί πιστεύει ότι κανείς δεν σταματά ποτέ στη ζωή να μαθαίνει και να ονειρεύεται. Έχει δημοσιεύσει μερικές ιστορίες, τις οποίες συζητά με μαθητές, όταν τους επισκέπτεται στις τάξεις τους:
  • Η Άννα και οι Καλικάντζαροι (εκδ. ΛΙΒΑΝΗ)
  • Ο Κόσμος Τρελάθηκε ή ο Κόσμος Ζεστάθηκε? (εκδ.ΛΙΒΑΝΗ)
  • Το Μαξιλάρι της Γνώσης (Εκδ. ΕΠΙΝΟΙΑ)
  • Κολλημένος με την Οθόνη (εκδ.ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
  • Τα κρυμμένα σεντούκια του Αλή Πασά (εκδ.ΜΙΝΩΑΣ)
  • Δεν είμαι η Αδελφή μου (εκδ.ΜΙΝΩΑΣ)
  • Κόρη στο βυθό (υπό έκδοση ΜΙΝΩΑΣ)